Όντας πρόσφατα μπαμπάς, έχω εμπλακεί σε πολλές συζητήσεις σχετικά με την ανατροφή του παιδιού. Υπάρχουν, βασικά, δύο σχολές σκέψης.
Σύμφωνα με την πρώτη, το παιδί προσπαθεί να χρησιμοποιήσει για να πάρει αυτό που θέλει (από μία αγκαλιά έως ένα παιχνίδι). Για να το επιτύχει χρησιμοποιεί, ως μέσω πίεσης, το κλάμα και γενικότερα την γκρίνια. Για το λόγο αυτό, δεν θα πρέπει ο γονιός να δίνει σημασία στα κλάματα του παιδιού και να το αγνοεί μέχρι εκείνο να σταματήσει. Οι αγκαλιές απαγορεύονται, γιατί έτσι κακομαθαίνεις το παιδί. Άμα το παιδί κλάψει το βράδυ, το αγνοείς μέχρι αυτό να σταματήσει. Με αυτόν τον τρόπο, ισχυρίζεται η μέθοδος αυτή, ότι δεν κακομαθαίνεις το παιδί και ότι το παιδί γίνεται πιο υπάκουο.
Η δεύτερη μέθοδος έχει μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Ισχυρίζεται, ότι όσο πιο γρήγορα ο γονιός ανταποκρίνεται στο κλάμα του παιδιού, τόσο πιο πολύ εκείνο αισθάνεται ασφαλές με αποτέλεσμα να ηρεμεί καλύτερα. Επίσης, αναφέρει ότι το κλάμα δεν είναι μέσο πίεσης του παιδιού προς τον γονιό, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο. Αντιθέτως, το κλάμα είναι μέσο επικοινωνίας του παιδιού, το οποίο δεν έχει άλλο τρόπο για να πει τι θέλει. Με το να αγνοείς το κλάμα του παιδιού είναι σαν να μην δίνεις σημασία στις ανάγκες του και αυτό το κάνει εξαιρετικά ανασφαλές. Είναι μία μορφή απόρριψής που έχει επιπτώσεις στην μετέπειτα συμπεριφορά του. Με το να ανταποκρίνεσαι άμεσα στις ανάγκες (κλάμα) του παιδιού, εκείνο νοιώθει πιο ασφαλές αφού ξέρει πως κάποιος είναι εκεί για αυτό και αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση Τέλος, λέει ότι με το να συνδέεσαι με το παιδί σου με αυτόν τον τρόπο χτίζεις μία σχέση εμπιστοσύνης, που αργότερα θα μεταφραστεί σε καλύτερη επικοινωνία σε θέματα υπακοής κτλ.
Οι αναφορές μου στις δύο αυτές σχολές είναι συνοπτικές αλλά εκφράζουν την ουσία της συλλογιστικής τους. Περαιτέρω ανάλυση του θέματος θα γίνει με επόμενα post, καθώς εάν γινόταν εδώ θα μεγάλωνε πάρα πολύ το συγκεκριμένο post.




Pingback: Το … κακομαθημένο ΙΙ | Blogging for nothing