Χθες το βράδυ, από τις 4:30, “διαπραγματευόμουν” με την μικρή τον … ύπνο της. Κάθε τρεις και λίγο άκουγα το γνωστό πλέον “Μπαμπά, έλια εντώ!!!”. Τι να κάνω, σηκωνόμουν και πήγαινα στο δωμάτιο, καθόμουν στην καρέκλα δίπλα από την κούνια της, την έπαιρνα αγκαλιά, κοιμόταν και την έβαζα πάλι πίσω στην κούνια της. Αυτό πρέπει να έγινε 5-6 φορές. Την τελευταία φορά και αφού είχε περάσει σχεδόν μιάμιση ώρα από το πρώτο “πρόσταγμα”, της φτιάχνω ένα ζεστό γάλα και με περίσσια αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση της το δίνω. Το πίνει, την ξαπλώνω πάλι κοιμάται, φεύγω, πάω στην κρεβατοκάμαρα ξαπλώνω και πάνω που κοιμάμαι κάνα λεπτάκι, να σου πάλι το πρόσταγμα. Είμαι πολύ κουρασμένος και λέω άστη να δούμε που θα φτάσει. Μετά από 5-6 προσπάθειες βάζει τα κλάματα. Πάω λοιπόν στο δωμάτιο και της λέω ότι κάνει κρύο και δεν μπορώ να σηκώνομαι συνεχεία, ότι εκείνη είναι μέσα στο ζεστό της παπλωματάκι και ότι δεν θα φύγω αλλά θα είμαι στο απέναντι δωμάτιο. Ηρέμησε και γύρισα πίσω στο κραββατάκι μου που τώρα πια είχε κρυώσει.
Στις 6:00 πάλι ακούω μια φωνή από το υπερπέραν να με καλεί. Πολύ κουρασμένος για να ανταποκριθώ, ομολογώ και λίγο εκνευρισμένος, λέω να την αφήσω. Εφόσον της είχα δώσει να καταλάβει τι συνέβαινε, θεωρώ ότι έκανε πείσματα. Στις 6:02 η γυναίκα μου, που κοιμόταν σχεδόν σε όλο το σκηνικό, την ακούει να φωνάζει και με επιδοκιμαστικό ύφος, αρχίζει να με ρωτάει, γιατί την αφήνω να κλαίει κτλ. Υπενθυμίζω έχουν περάσει 2′ μόνο. Τελικά, σηκώνεται εκείνη, παίρνει και τον μπέμπη αγκαλιά, και την κατεβάζει από την κούνια καταστρέφοντας με τη μία ό,τι προσπαθούσα να κάνω επί μιάμιση ώρα, γιατί δεν μπορούσε να την ακούει.
Φοβερή συμπαράσταση να διαλύεις “διαπραγματεύσεις” μιάμισης ώρας γιατί το είδες διαφορετικά. Κάνε το τουλάχιστον πιο νωρίς να μην έχω τα πήγαινε και έλα, μπας και κοιμόμουν λίγο λιγάκι. Τέλος πάντων, το ταίρι μας το αγαπάμε και για τα ελαττώματά του. Θα κρατήσω βέβαια λίγα μούτρα για τους τύπους.



