Αυτό το post δημοσιεύεται με καθυστέρηση μερικών μηνών, λόγω της γνωστής πετριάς που έφαγα και με έκανε να απέχω τόσο καιρό. Τότε λοιπόν (πριν μερικούς μήνες όπως είπαμε) είχαμε πάει στο αγαπημένο μας χωρίο, να βρούμε τις αγαπημένες μας ξαδερφούλες, για ένα σαββατοκύριακο γεμάτο παιχνίδι και χαρά.
Με το που φτάνουμε λοιπόν στο σπίτι και πριν καλά καλά σταματήσει το αμάξι, να σου τα παιδιά έρχονται να μας υποδεχθούν! Ξετρελαμένα από την χαρά τους, παίρνουν την μικρή από το χέρι και αποφασίζουν να πάνε στην παιδική χαρά του χωριού. Πηγαίνω και εγώ μαζί τους να τις προσέχω, καθότι είναι όλες τους πολύ ζωηρές σουσουράδες. Στην παιδική χαρά βρίσκουμε και το μοναδικό ‘μόνιμο’ παιδί του χωριού, τον Θοδωρή. Έτσι λοιπόν η ομάδα πλέον αποτελείται από τέσσερα (!) κοριτσάκια και ένα αγοράκι.
Παίζουμε λοιπόν στην παιδική χαρά, ωραία και καλά, ώσπου ο Θοδωρής έχει την φαεινή ιδέα να πάνε να τους δείξει τα γουρουνάκια που έχει ο πατέρας του.
- Είναι μακριά αυτά Θοδωρή; Τον ρωτάω.
- Όχι! Όχι! Εδώ από πάνω είναι!
- Σε αφήνει ο μπαμπάς να πας εκεί; Τον ξαναρωτάω.
- Ναι, βέβαια!
- Δεν πας να τον ρωτήσεις άλλη μία φορά να είμαστε σίγουροι; Του προτείνω.
- Πάω!
Πήγε λοιπόν και το επιβεβαίωσε. Το επιβεβαίωσα και γω με την σειρά μου για να είμαστε σίγουροι και φύγαμε. Προχωράμε στον δρόμο και αφού αποφύγαμε 5-6 φανταστικά λιοντάρια και διώξαμε 1-2 δράκους, με τις μαγικές μας πέτρες, φτάσαμε.
Το χοιροστάσιο ήταν σε μια αρκετά απότομη πλαγιά στην κάτω πλευρά του δρόμου. Είχε ένα μικρό χωμάτινο μονοπατάκι με δύο ανισόπεδα σημεία. Βούτυρο στο ψωμί τους δηλαδή. Αρχίζουμε την κατάβαση λοιπόν και φτάνουμε ως την πόρτα του χοιροστασίου. Εκεί συνειδητοποιεί ο Θοδωρής, ότι αυτό που προσπαθούσε σε όλο το δρόμο να θυμηθεί ήταν … να μην ξεχάσει τα κλειδιά…
Νάμαστε λοιπόν μπροστά στο χοιροστάσιο στο οποίο δεν μπορούμε να μπούμε και συν της άλλης δεν μπορούμε να δούμε ούτε τα γουρουνάκια γιατί ήταν μέσα στα ‘σπιτάκια’ τους. Τέλος πάντων, λέω, τουλάχιστον κάναμε μία καλή βόλτα.
Άντε τώρα να ανέβουμε την πλαγιά. Με το πρώτο βήμα που κάνει η μεσαία (5 χρονών) ανιψιά, γλιστράει και πέφτει σε κάτι τσουκνίδες. Οι φωνές της πρέπει να έκαναν κεφάλια να γυρίσουν στην πλατεία της Σπάρτης. Αφού προσπάθησα να την ηρεμήσω, την παίρνω αγκαλιά, παίρνω αγκαλιά και την δικιά μου, που είχε τρομάξει από τις φωνές της πρώτης. Έτσι λοιπόν, έχοντας τα δύο παιδιά στην αγκαλιά, βάζω μπροστά επικεφαλής την μεγαλύτερη (7 χρονών) να βοηθήσει την μικρότερη (2 χρονών) και τον Θοδωρή (4 χρονών) και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε την πλαγιά. Έλεγα συνέχεια από μέσα μου πως αν γίνει κάτι και χρειαστεί και άλλο παιδί αγκαλιά, θα πρέπει να το βάλω στους ώμους μου και να δω μετά πως θα ανέβω εγώ!
Εν τέλη, ανεβήκαμε, αλώστε δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Πήγαμε σπίτι και βάλαμε αλοιφή στη μεσαία, η οποία (ούσα και βαφτιστήρα μου = αδυναμία) με έβαλε να της φυσάω τα χέρια, που είχε τσιμπηθεί, όλη την υπόλοιπη μέρα (κυριολεκτικά).
Τι έμαθα από αυτή την ιστορία; … Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα, απλώς ήταν μία από τις πιο απαιτητικές καταστάσεις που έχω περάσει με παιδιά και ήθελα να την μοιραστώ. Από τότε βέβαια έχουν προστεθεί και άλλες, αλλά αυτές τις αφήνω για αργότερα.



